επιφόρτιση

η
1. η ανάθεση σε κάποιον μιας φροντίδας ή ενέργειας, η όχληση, η επιβάρυνσή του με ορισμένη υποχρέωση
2. η πρόσθετη φόρτωση πέρα από το κανονικό όριο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιφορτίζω. Η λ. στον λόγιο τ. επιφόρτισις μαρτυρείται στον Αδαμάντιο Κοραή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανάθεση — η (Α ἀνάθεσις) [ἀνατίθημι] νεοελλ. το να αφήνει κανείς σε άλλον την εκτέλεση ή τη φροντίδα για κάτι, επιφόρτιση, εντολή για εκτέλεση μιας πράξης αρχ. προσφορά αναθήματος, αφιέρωση αναθήματος σε ναό …   Dictionary of Greek

  • επιφορτισμός — ο [επιφορτίζω] η επιφόρτιση …   Dictionary of Greek

  • επιβάρυνση — η 1. η επαύξηση του βάρους, η επιφόρτιση με πρόσθετο βάρος. 2. ό,τι προκαλεί την επιβάρυνση. 3. μτφ., η ενόχληση (στενόχωρη κατάσταση) που προκαλείται από την επαύξηση δαπανών, υποχρεώσεων κτό.: Νέες φορολογικές επιβαρύνσεις. 4. πρόσθετη δαπάνη:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.